
Στο προσκήνιο για μια ακόμη φορά η Ορθοδοξία….Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνονται θεωρίες περί της απάτης της αφής του Αγίου Φωτός από τον Πανάγιο Τάφο η πολεμική είναι παλιά και κάθε τόσο ανανεώνεται όμως είναι ίσως η πρώτη φορά που η θεωρία αυτή ξεφεύγει από το πρίσμα της συνομωσιολογίας και υποτίθεται ότι τεκμαίρεται από μαρτυρίες των αμέσως συμμετεχόντων που φέρονται να δηλώνουν με περισσή ευκολία κι άνεση ότι είναι μια ακόμη φλόγα bic….«Φως εστι και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5).
Εξηγούμαστε η θεολογία του Φωτός στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι διαχρονική και υπερβαίνει κατά πολύ το γεγονός της Αφής του Αγίου Φωτός στα Ιεροσόλυμα. Αρχίζει από το Διονύση τον Αεροπαγίτη και το Γρηγόρη το Θεολόγο ”Φως ο Πατήρ, Φως ο Υιός Φως το Πνεύμα το Άγιον,…ην και ην και ην αλλ΄εν ην ,φως και φως και φως αλλ΄εν φως” και τα γραπτά τους μεταλαμπαδεύονται στον απαράμιλλο μύστη προσευχής τον Γρηγόρη τον Παλαμά με την νηπτική θεολογία του που σηματοδότησε μια ολόκληρη σχολή σκέψης στην Ορθοδοξία αρχής γενομένης από τους ησυχαστές ..Είναι ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος που υπεραμύνεται αυτή την ίδια οπτική μετά βιωματικής προσέγγισης για να φθάσουμε στους μύστες του Φωτός τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη και τον συνασκητή του Σωφρόνιο του Έσσεξ που θεωρητικοποιεί το βίωμά τους αυτής της εξέχουσας θεοπτίας στο έργο του ”ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ” κι αναδεικνύεται έτσι ως σύγχρονος Πατέρας της Εκκλησίας . Επομένως το θαύμα του ακτίστου φωτός ως επενέργεια της άκτιστης ενέργειας της θείας χάριτος καθώς ο Θεός είναι μεθεκτός από τις ενέργειές του είναι μια διδασκαλία και ένα συλλογικό βίωμα κεκτημένο αναπόδραστo της Ιεράς Παράδοσης..”Άγιος εί, Φως οικών απρόσιτον.”
Η Εκκλησία λοιπόν έχει εμπεδωμένο συλλογικό βίωμα χιλιετηρίδων ως προς την θέα του ακτίστου φωτός του Θαβώρειου ως είθισται να λέγεται Φωτός και δεν περιμένει τον κάθε σκευοφύλακα να την ανασκευάσει. Το θαύμα της θέας του ακτίστου Φωτός είναι μέρος της Ορθόδοξης Παράδοσης μέρος της προοδευτικής αποκάλυψης του θείου που συντελείται εις τους αιώνες και αποτελεί αναπαλλοτρίωτο μέρος της Ορθόδοξης άσκησης..
”Μετά παρέλευσιν πολλών ετών αφ’ ότου επεσκέφθη εμέ το έλεος του Υψίστου Θεού, παρετήρησα ότι το άκτιστον Φως είναι ήρεμον, ακέραιον,ομοιογενές· ενεργεί επί του νοός, επί της καρδίας, εισέτι δε και επί του σώματος. Κατά την θεωρίαν αυτού όλη η ύπαρξις ημών ευρίσκεται ενκαταστάσει, την οποίαν η «γη» δεν γνωρίζει. Αυτό το Φως είναι φως αγάπης, φως συνέσεως, φως αθανασίας και θαυμαστής ειρήνης….Εγνώρισα τον Ζώντα Θεόν εξ αυτής της τρυφεράς μου ηλικίας. Υπήρξαν περιπτώσεις, ότε, εξερχόμενος και, ακριβέστερον, φερόμενος εις την αγκάλην έξω του ναού, έβλεπον την πόλιν, ήτις εκείνον τον καιρόν ήτο δι’ εμέ ο κόσμος άπας, φωτιζομένην υπό δύο ειδών φώτων. Το ηλιακόν φως δεν παρημπόδιζε να αισθανθώ την παρουσίαν του άλλου Φωτός. Η ανάμνησις αυτού συνδέεται μετά τινος ηρέμου χαράς, ήτις επλήρου τότετην ψυχήν μου. Όλα σχεδόν τα γεγονότα της περιόδου εκείνης εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου, ουχί όμως η μνήμη του Φωτός ” εκμυστηρεύεται στις Εξομολογήσεις του ο σύγχρονος νηπτικός Σωφρόνιος η δε πόλη που του συνέβησαν αυτά όταν ήταν ακόμη στην παιδική ηλικία ήταν η Μόσχα. Προς επίρρωση των λεγομένων του επικαλείται τη θαβώρεια εμπειρία του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου που ” γράφει περί εαυτού ότι πολλάκις ενεφανίζετο εις αυτόν φως τι και ότι ούτος ηγάπησε το φως τούτο και ειλκύετο προς αυτό, αλλ’ ότι επί μακρόν δεν εγνώριζε Ποίος είναι αυτό τοφως. Εν τέλει, εις τινα στιγμήν της θεωρίας του φωτός, ανεύρεν ούτος ενεαυτώ την τόλμην να ερωτήση: «Ώ Δέσποτα, τίς ποτε ής»; Και έλαβεν απάντησιν και εγνώρισεν ότι ο εμφανιζόμενος ως Φως ήτο ο Ιησούς Χριστός.”
