Μάσκες, περσόνες και προσωπεία! Άραγε έχουμε πρόσωπο;!!

Μάσκες, περσόνες και προσωπεία

Ημέρες που είναι, κι αφού η όλη κοινωνική μας ζωή τείνει να πάρει τον χαρακτήρα μιας γενικευμένης μασκαράτας, ας αποπειραθούμε να δούμε τι είναι και πώς εκδηλώνεται η μεταμορφωτική περιπέτεια, πώς ο άνθρωπος κάθε φορά βρίσκει τρόπους να κρύβεται, να αλλοιώνει το αυθεντικό του πρόσωπο, να παραπλανά και συνειδητά να ψεύδεται, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Σε κάποιες παλιές μου προσεγγίσεις με αφορμή τη θεατρική μεταμόρφωση είχα προβεί σε κάποια κατηγοριοποίηση των μορφών που παίρνει εικαστικά η απόκρυψη του προσώπου. Έγραφα λοιπόν, τότε, πως στην ιστορία των εικαστικών στοιχείων που έχει επινοήσει ο άνθρωπος για να νοθεύσει, να αποκρύψει ή να αλλοιώσει το πρόσωπό του διακρίνουμε τρία κυρίαρχα: τη μάσκα, την περσόνα και το προσωπείο. Προσέθετα μάλιστα πως, επιχειρώντας κανείς μια αυθαίρετη αλλά ερεθιστική αναφορά, θα μπορούσε να αναλογίσει αυτά τα τρία είδη με τη γνωστή ρήση του Ηράκλειτου, που έγραφε πως ο Απόλλων στους Δελφούς ούτε έλεγε ούτε έκρυβε, αλλά σήμαινε. Κατ’ αναλογίαν, λοιπόν, η μάσκα κρύβει, η περσόνα λέγει και το προσωπείο σημαίνει. Ας τα προσεγγίσουμε με αυτή την υπόθεση εργασίας. Η λέξη μάσκα προέρχεται από τα λατινικά και έχει ρίζα mask – που σημαίνει “μαύρο”. Η λέξη persona είναι και αυτή λατινική και έχει δημιουργηθεί από αλλοίωση της προσωδίας του ρήματος persono που σημαίνει “διηχώ”, “αντηχώ”, “πληρώ ήχου“. Η λέξη προσωπείο και πρόσωπο στην αρχαία γλώσσα σήμαινε και προ-σχήμα, σύνθετο από την πρόθεση “προς” και το “ωψ-ωπός”, που σήμαινε οφθαλμός, όμμα. Εντέλει, προσωπείο είναι ό,τι εφαρμόζει στο πρόσωπο, ό,τι μοιάζει με πρόσωπο, ό,τι μιμείται το πρόσωπο που δηλώνει.

Η μάσκα, έως τις ημέρες μας, κρύβει. Είναι ένα καταφύγιο, ένας φερετζές, μια καλύπτρα, μια δίκην κουκούλας κατασκευή, πίσω από την οποία καταφεύγει ένα πρόσωπο για να αποσβέσει την προσωπικότητά του, τη γνωστή του φυσιογνωμία, άρα για να αποδεσμευθεί πράττοντας με ό,τι συνδέεται με τη γνωστή του κοινωνική συμπεριφορά. Είναι όπως η μαύρη ταινία ή η μουντζούρα με την οποία σβήνουμε κάτι που θέλουμε να αφαιρέσουμε ή αποσιωπήσουμε. Εξάλλου το μαύρο χρώμα, το οποίο κατ’ αρχάς δήλωνε η λέξη μάσκα, είναι το μη χρώμα. Όπως το λευκό είναι η σύνθεση όλων των χρωμάτων του φάσματος, το μαύρο είναι η απουσία χρώματος.

Άρα, μια μάσκα είναι ένα σκοτάδι το οποίο μεσολαβεί ανάμεσα στον παρατηρητή και στο πρόσωπο το οποίο κρύβεται πίσω από το σκοτάδι. Φοράμε μάσκα όταν θέλουμε να απεκδυθούμε από τον πάγιο κοινωνικό μας φαινότυπο, από την αναγνωρίσιμη ηθική μας ταυτότητα. Κρυμμένοι πίσω από τη μάσκα δρούμε συχνά ασύδοτα, απελευθερωμένα, αλλά και αντιφατικά. Δεν δίνουμε λογαριασμό για τη συμπεριφορά μας, αφού συχνά πάλι η μάσκα απελευθερώνει και απωθημένες επιθυμίες μας, συμπεριφορές απαγορευμένες από τους κοινωνικούς κώδικες μέσα στους οποίους έχει κατά πάγιο τρόπο συγκροτηθεί η κοινωνική, η ηθική και η ιδεολογική, ακόμη και η επαγγελματική μας εικόνα. Οχυρωμένοι πίσω από τη μάσκα γινόμαστε επιθετικοί, βωμολόχοι, αναιδείς, αλλά και το αντίθετο, χωρίς αυτό να προσγράφεται – αφού η μάσκα κρύβει το αληθινό μας πρόσωπο, την προσωπικότητα μας – και να αλλοιώνει την εικόνα μας. Εξάλλου, σε μεταφορική γλώσσα όταν ζητούμε να πέσουν οι μάσκες αυτό εννοούμε: να αποκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα, οι πραγματικοί δράστες κάποιων συγκαλυμμένων πίσω από σκοτεινά παραπετάσματα ενεργειών.

Η persona ήταν, κατ’ αρχάς (η λέξη πρέπει να έχει ετρουσκική ρίζα), ένα όργανο ενίσχυσης της φωνής, κυρίως στο θέατρο – και βέβαια στο υπαίθριο θέατρο. Εκ κατασκευής ευνοούσε τους υποκριτές με ασθενή φωνή να την δυναμώνουν και να γίνεται έτσι ακουστή στα θεατρικά κοίλα.

Όπως και να έχει, η καταγωγική της ιστορία εντέλει ήταν μια προσωπίδα, που με ειδική τεχνική στην περιοχή του στόματος μεγάλωνε την ισχύ του φωνητικού οργάνου των υποκριτών.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα το προσωπείο. Ανεξάρτητα αν κάποια στιγμή και το προσωπείο είχε τη δυνατότητα να ενισχύσει τη φωνή.

Η persona ήταν κάτι σαν ένα χωνί, μια ντουντούκα, χωρίς τον όγκο τους, μια μίμηση του ηχείου του στόματος που παράγει τη φωνή, ένα ενισχυμένο στόμα, πιθανόν και μια συνθετική κατασκευή, αφού η παραγωγή της φωνής δεν πηγάζει μόνο από τη στοματική κοιλότητα αλλά και την κοιλότητα της μύτης, έχει να κάνει με τις αντηχήσεις που προκαλεί ο εκπνεόμενος αέρας πάνω σε διαφορετικά επίπεδα, ουρανίσκο, φράγμα των οδόντων, πτερύγια της ρινός κ.λπ. Η περσόνα, λοιπόν, ήταν ένα όργανο που μπαίνοντας μπροστά στο στόμα και τη μύτη, έστω μορφολογικά μιμούμενο τις καμπύλες τους, αλλοίωνε τη φωνή του υποκριτή, πρόβαλλε άλλη χροιά, άλλον τόνο και άλλο ύψος από τη φυσική του φωνητική ταυτότητα.

Σήμερα αυτό το κάνει το μικρόφωνο. Είναι τελείως άλλο πράγμα το προσωπείο. Αυτό δεν κρύβει ούτε αλλάζει τη φωνή. Κρύβει το φυσικό πρόσωπο, τη γνωστή φυσιογνωμία του φέροντος, αλλά προβάλλει μια άλλη. Το προσωπείο έχει χαρακτήρα και αναζητεί μια ταυτότητα. Διεκδικεί μια άλλη από τον φέροντα, αυθεντική, το ίδιο αληθεύουσα, πειστική, συνεπή προσωπικότητα.

Συμβαίνει εδώ κάτι το οποίο θυμίζει τον τρόπο που ένας ετερόφωτος αστέρας δανείζεται φως από έναν αυτόφωτο. Όπως η Σελήνη δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι διαθέτει δικό της φως (και πόσο δεν έχει τραγουδηθεί αυτό το φως, τι συναισθήματα έχει προκαλέσει!), ενώ το φως της είναι δάνειο από τον Ήλιο, έτσι και το προσωπείο δανείζεται ψυχισμό, χαρακτήρα, ιδέες, συμπεριφορές από το φέρον πρόσωπο, αλλά κατορθώνει να αυτονομηθεί, να ζήσει μια ζωή νέα, άλλη, αυθεντική και συχνά τελείως ανεξάρτητη.

Ένα προσωπείο για να ζωντανέψει πρέπει κυριολεκτικά να λεηλατήσει το φέρον πρόσωπο, να το καταφάει, να το απομυζήσει.

Ένα προσωπείο, όταν βγαίνει από το εργαστήρι του σκευοποιού, είναι άψυχο, είναι κάτι σαν νεκρική μάσκα, σαν εκμαγείο. Ο χειριστής του, ο εμψυχωτής του, ο ηθοποιός που θα το φορέσει πρέπει να του εμφυσήσει πνοή, ζωή, χαρακτήρα, ακόμα και τικ! Και, για να συμβεί αυτό, πρέπει να συντελεστεί μια κένωση. Και μια κένωση είναι μια ερωτική, αγαπητική σχέση. Αν ο ηθοποιός δεν σμίξει ερωτικά, δεν παραδοθεί άνευ όρων και ορίων στο προσωπείο, αν δεν ανοίξει και δεν αδειάσει όλο το πλούτος της ψυχής του, αν δεν του παραχωρήσει τα δάκρυά του, αν δεν του χαρίσει τη φωνή του χωρίς υστεροβουλία, το εκμαγείο δεν ζωντανεύει, το κέρινο ομοίωμα δεν γίνεται ένας βασανισμένος Δανός πρίγκιπας ούτε μια αριστοκράτισσα πεισματάρα αλαζόνα Νορβηγίδα.

Ο Μινωτής μου έλεγε κάποτε πως στα πρώτα χρόνια της καριέρας του υπήρξε, λόγω των τότε συνθηκών του θεάτρου μας, μεγάλη περίοδος, δέκα τουλάχιστον ετών, που το πρωί, π.χ., έκανε πρόβες στον Ντον Κάρλος του Σίλερ, το απόγευμα έπαιζε Όσκαρ Ουάιλντ και το βράδυ Άμλετ. Αν αφαιρέσει κανείς τις ώρες του ύπνου, έλεγε, που είναι χρόνος χωρίς συνείδηση, τις άλλες ώρες της ημέρας ήταν τρεις διαφορετικοί άνθρωποι. Και προσέθετε: “Πότε ήμουν ο εαυτός μου;”. Όσο φοράμε το προσωπείο είμαστε άδειοι από τον εαυτό μας. Εκτός αν χρησιμοποιούμε το προσωπείο ή ακόμη και το πρόσωπό μας σαν μάσκα, μουντζούρα, ή απλώς σαν περσόνα, φερέφωνο. (TA NEA)

Μασκαρευόμαστε πρόσωπα;
του Κώστα Γεωργουσόπουλου*

Τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς· έτσι λέει το ημερολόγιο και έτσι πρέπει να είναι. Είναι; το τελευταίο; ή μήπως είναι ένα ακόμη μέσα στα πολλά του έτους;
Παλιότερα ήταν ένα ξέδωμα, μια έκρηξη χαράς, μια ένωση. Φορούσες τη μουτσούνα για να γίνεις άλλος, όχι ο καθημερινός· φορούσε τη μάσκα, την προσωπίδα, την περσόνα σου, το πρόσωπο για να διαφοροποιηθείς από το χτεσινό ή τον αυριανό εαυτό σου:

Τώρα, όμως, τα προσωπεία είναι καθημερινά. Όλοι κρύβονται κάθε μέρα πίσω από ένα προσωπείο. Προσωπείο χάρτινο, πέτσινο, λεκτικό, κομματικό, ιδεολογικό. Κανένας δεν δείχνει το πρόσωπό του. Ύστερα είναι η μόδα που μας κυρίευσε τον τελευταίο καιρό. Όλοι κουκουλώνονται. Οι ληστές σκεπάζουν τα πρόσωπα τους με γάζες, με κάλτσες, με τσουβάλια. Οπλοφορούν και σκεπάζονται. Η διαμαρτυρία, ακόμη και η δικαιολογημένη, φορά και αυτή την κούκουλα της, απεχθάνεται το γυμνό πρόσωπο. Λες και η αλήθεια, η πικρή και η μαύρη αλήθεια, χρειάζεται την κάλυψη του ψεύδους για να γίνει πειστική.

Γι’ αυτό έλεγα μήπως πρέπει να αντιστρέψουμε τα πράγματα. Μήπως από δω και πέρα, αρχίζοντας από σήμερα, στις Απόκριες να κυκλοφορούμε χωρίς τις καθημερινές μας μάσκες με γυμνά πρόσωπα, με την αλήθεια στο φως.
Άλλοτε μια φορά το χρόνο ψευδόμαστε, υποκρινόμαστε πως είμαστε άλλοι. Μήπως τώρα που όλο τον χρόνο ψευδόμαστε και παριστάνουμε πως πρέπει να αποκριθούν να μασκαρευόμαστε αυτό που είμαστε πραγματικά. Να αποκαλύπτουμε τον πραγματικό μας εαυτό, γυμνό και απροκάλυπτο;

Έτσι κι αλλιώς η Δευτέρα που έρχεται Καθαρά δεν είναι. Δεν θα εγκαινιάσει καμιά νηστεία, καμιά αλλά στη ζωή, στη δίαιτα, στη συνείδηση. Θα είναι τόσο Καθαρά, όσο οι άλλες Δευτέρες που θα ακολουθήσουν. Ας συμπεριφερθούμε, λοιπόν, αυτό το Σαββατοκύριακο πεντακάθαρα, πρώτα με τον εαυτό μας.
Χωρίς μάσκες. Άραγε έχουμε πρόσωπο;

………………………………..
*Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι φιλόλογος, αρθρογραφός, επιφυλλιδογράφος, θεατρικός κριτικός. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο “Θεματικοί Κύκλοι”, έκδοση ΟΕΔΒ.

dimpenews.com

Leave a comment